Now Reading
Ταϊλάνδη

Ταϊλάνδη

Ταϊλάνδη

“A free bird leaps

on the back of the wind

 

Φτάνουμε στο αεροδρόμιο της Bangkok ένα απόγευμα με ζέστη και υγρασία. Ψάχνουμε το λεωφορείο Α4 που θα μας πάει στο κέντρο της πρωτεύουσας. Στη διαδρομή, ψηλά κτίρια και ουρανοξύστες που φαίνονται από μακριά και χάνονται μέσα στο νέφος της πόλης. Μετά από 40’ είμαστε στην Kaoshan road, εκεί κοντά βρίσκεται το ξενοδοχείο μας. 

Μια βόλτα καθώς νυχτώνει αποκαλύπτει εκκωφαντικά ντεσιμπέλ, bars και clubs με πολύχρωμα φωτορυθμικά και lady boys στην υποδοχή να χορεύουν ρυθμικά και να προσκαλούν με το λίκνισμα τους τούς γεμάτους περιέργεια τουρίστες. Χώροι που προσφέρουν μασάζ, μικροπωλητές με τους πάγκους τους γεμάτους σκορπιούς, κατσαρίδες, σκαθάρια, παγωτά, το δύσοσμο durian, κρέπες κι ό,τι θελήσει κανείς να δοκιμάσει το βρίσκει εδώ. 

Τρώμε σε ένα αμφιβόλου ποιότητας μαγαζάκι, Pad Thai και mango sticky rice, μια από τις αγαπημένες λιχουδιές αυτού του ταξιδιού. Εκεί θα γνωρίσουμε ένα ζευγάρι Ελλήνων που μας ακούν να μιλάμε ελληνικά, και τη μικρή 4χρονη Ηλιάνα. Πριν έρθουν στην Bangkok, ταξίδευαν επί ένα μήνα στη Sri Lanka χωρίς να συναντήσουν Έλληνες κι έτσι η μικρή βρίσκει ευκαιρία: «Πες μου τα νέα σου», μας λέει. Με ένα παγωτό καρύδα στο χέρι, αφήνουμε τους Έλληνες για να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο, τα δυνατά ντεσιμπέλ όσο απομακρυνόμαστε απομακρύνονται κι αυτά, περνώντας μέσα από σοκάκια και μεθυσμένους, ξαπλωμένους στην άκρη του δρόμου. 

Μας περιμένει πολύ πρωινό ξύπνημα.

Στις 05:00 το πρωί το λεωφορείο της Boonsiri ξεκινά για το καταπράσινο Koh Kood, ένα από τα πιο όμορφα νησιά του κόλπου της Ταϊλάνδης. Στη διαδρομή, με έχει πάρει ο ύπνος, ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω την ανατολή, ο ήλιος απέναντί μου, μια φλεγόμενη πορτοκαλί σφαίρα. Έχει ξημερώσει εδώ και λίγη ώρα. Έξω δέντρα πράσινα, επαρχία, κάτι μου θυμίζει Ελλάδα εδώ, αν εξαιρέσεις τους φοίνικες που είναι παντού. Ίσως έρχεται η ώρα μου να γυρίσω πίσω. 

Μετά από 5 ώρες διαδρομή με το λεωφορείο, φτάνουμε στο σταθμό του Trat, όπου θα μας παραλάβει το tuk tuk για το λιμάνι. Ένα αγροτικό αυτοκίνητο που εκτελεί χρέη μπαγκαζιέρας κι ένα ρυμουλκούμενο από πίσω με θέσεις για τους επιβάτες, μας μεταφέρει σε 5’ στο ferry, περνώντας από μια γέφυρα μακριά, με μια γκρι θάλασσα να την περικυκλώνει που γίνεται ένα με τον ουρανό.

and floats downstream

till the current ends

Αχνοφαίνεται ο ορίζοντας, δύσκολα το μάτι καταλαβαίνει πού τελειώνει το νερό κι αρχίζει ο ουρανός. Μια ώρα μετά, ένας χρυσός Βούδας δίνει το σήμα της άφιξης στο αυτοσχέδιο, ξύλινης κατασκευής λιμάνι του Koh Kood ή Kho Kut. Ξύλινοι πάσσαλοι μπηγμένοι στο νερό, καθώς κατεβαίνουμε από το ferry τα βήματά μας ακούγονται στην ξύλινη αποβάθρα, επιβάτες επιβιβάζονται και αποβιβάζονται. 

Μπαίνουμε στο αγροτικό αυτοκίνητο, άλλη μια καρότσα αυτοκινήτου που θα μας μεταφέρει στον ξενώνα. Στο δρόμο, περνάμε μέσα από πυκνή ζούγκλα κι άγρια φύση που απλώνεται δεξιά και αριστερά. Το μονοπάτι του ξενώνα περνά από αιωρούμενες γέφυρες με δέντρα μες το νερό, ένα ξύλινο καφέ κι ένα εστιατόριο, αιώρες, πουλιά εξωτικά να ακούγονται από το δάσος, τα geckos με τον χαρακτηριστικό τους ήχο και φύλλα να πέφτουν εδώ κι εκεί στο χώμα. 

Ταϊλάνδη

Λαχταρώ έναν κρύο καφέ, πηγαίνω στο μικρό καφέ μέσα στη ζούγκλα και καθώς περιμένω περιεργάζομαι το χώρο. Στον τοίχο μετάλλια, κύπελλα ενός υπερμαραθωνοδρόμου 500 χιλιομέτρων και μικρότερα. Ρωτάω σε ποιον ανήκουν. Ο καφετζής μου απαντά: “my friend!” Θα τον γνωρίσουμε την επόμενη μέρα, θα μας μαγειρέψει ένα πεντανόστιμο ρύζι με κοτόπουλο και λαχανικά και noodles με θαλασσινά. Βάζει όλο του το μεράκι. Θα μας πει πως τρέχει 3 χρόνια τώρα, πως στο παρελθόν ζύγιζε πάνω από 100 κιλά κι έπινε τρία μπουκάλια ουίσκι τη μέρα. Μετά από μια εισαγωγή στο νοσοκομείο, ξεκίνησε να περπατά, 500 μέτρα στην αρχή και σε ένα μήνα άρχισε δειλά-δειλά να τρέχει. Μας δείχνει φωτογραφίες του. Σήμερα κάνει 100 χιλιόμετρα τρέξιμο ανεβοκατεβαίνοντας έναν λόφο μέσα στη ζούγκλα, 20 φορές. “I like it”, λέει και χαμογελά πλατιά. 

Συνεχίζουμε τη μέρα μας περπατώντας προς την παραλία Khlong Chao. Τιρκουάζ νερά, κούνιες στηριγμένες στους φοίνικες, resorts, λευκή άμμος κι ένα πράσινο ποτάμι, κατάφυτο στις όχθες του, που ενώνεται με τη θάλασσα. Στη συμβολή, ένα μικρό νησάκι από άμμο, ένα ξεριζωμένο δέντρο μες στη θάλασσα με τις τεράστιες ρίζες του να ξεπροβάλλουν απ’ το νερό και στη συνέχεια κι άλλα resorts, που όμως δεν χαλάνε την εικόνα, είναι εναρμονισμένα με αυτήν. Ανεβαίνουμε στις κούνιες, γελάω σαν μικρό παιδί καθώς παίρνω φόρα και λικνίζομαι στον αέρα, πάνω από τα τιρκουάζ νερά, ακουμπάω τα δάχτυλά μου στο νερό πριν πάρω πάλι φόρα στην άμμο και αιωρηθώ ξανά και ξανά μπροστά στο ατελείωτο γαλάζιο της θάλασσας. 

Σαν να πετάω.

Ταϊλάνδη

Το ηλιοβασίλεμα έρχεται καθώς ο ήλιος κατεβαίνει κατακόκκινος σε μπλε γκρι φόντο μέχρι να χαθεί στην υγρασία και την ομίχλη. Κλείνω τα μάτια κι ακούω τον παφλασμό των κυμάτων στην ακτή ενώ μικρά διαφανή καβουράκια περνάν από πάνω μου και εξαφανίζονται πριν καν προλάβω να ανοίξω τα μάτια μου, στις τρύπες μέσα στην άμμο.     

Ταϊλάνδη

Την επόμενη μέρα, ξεκινάμε νωρίς, περπατάμε για την μακρινή Taphao beach, μιας ώρας δρόμο ανάμεσα σε ζούγκλα. Είμαστε οι μοναδικοί που περπατάμε κάτω από τον καυτό ήλιο. Αυτοκίνητα περνούν αραιά και που οδηγώντας από τα αριστερά, αφήνουμε πίσω μας τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, μπαίνουμε σε ένα μονοπάτι χωμάτινο, μέσα σε πιο πυκνή βλάστηση κι έπειτα από 10’ φτάνουμε στην εξωτική παραλία. 

Ξύλινες προβλήτες μες το νερό, αιώρες μέσα στη θάλασσα να κουνιούνται με το ρυθμό του αέρα, κι άλλα τιρκουάζ νερά. Καθόμαστε στην άκρη της παραλίας, δύο μοναχοί σηκώνουν τις πορτοκαλί φορεσιές τους και περπατάνε ξυπόλυτοι στο νερό, κάτω από την προβλήτα. Τραβούν φωτογραφίες, γελάνε ξέγνοιαστα. Ομορφιά της φύσης, της θάλασσας και του ουρανού. Αλλά και των ανθρώπων.

Ταϊλάνδη

and dips his wing

in the orange sun rays

Το μυαλό μου ανεξήγητα ταξιδεύει σε ένα καλοκαίρι στην παραλία της Σαρίας, το νησάκι δίπλα από την Κάρπαθο, με τις κατσίκες, τον καθαρό, γαλακτερό βυθό και τα φύκια, διάσπαρτες μαύρες κουκκίδες εδώ κι εκεί. Κλείνω τα μάτια μου και βλέπω αυτό τον βυθό, νιώθω την αίσθηση του ήλιου καθώς κολυμπάω και χάνομαι στις σκέψεις μου.

Στην επιστροφή αποφασίζουμε να μοιράσουμε τη διαδρομή κάνοντας μια στάση στα μισά. Παραγγέλνουμε mango sticky rice κι έναν αναζωογονητικό χυμό με τροπικά φρούτα κάτω από τη σκιά μιας τέντας, στην ησυχία την απογευματινή, χαζεύοντας το δρόμο. Συνεχίζουμε προς την παραλία της προηγούμενης μέρας για μια βουτιά πριν το ηλιοβασίλεμα και όταν ο ήλιος πέφτει, επιστρέφουμε περπατώντας προς τον ξενώνα το σούρουπο. Καθώς η νύχτα έρχεται να καλύψει τα πάντα, άγνωστοι ήχοι από εξωτικά πουλιά και ζώα της ζούγκλας ταράζουν την ησυχία της διαδρομής. 

Ταϊλάνδη

Το βράδυ ξυπνάμε από δυνατή τροπική βροχή που συνεχίζεται ως το πρωί. Τα πάντα είναι βρεγμένα. Ανοίγω την ξύλινη πόρτα και μυρίζω το νοτισμένο χώμα. Μες στην ησυχία ακούω τα πουλιά και τα φύλλα καθώς πέφτουν στη γη, σε μια διαδρομή από ψηλά, ανάμεσα από δέντρα και φυλλωσιές. Ο μαραθωνοδρόμος μας ετοιμάζει pancakes με μπανάνα και σοκολάτα για πρωινό.

Συνεχίζω τον καφέ μου στο ξύλινο σπιτάκι, στην ησυχία της φύσης, ανάμεσα σε κελαιδίσματα πουλιών. Το πράσινο μετά τη βροχή φαίνεται ακόμη πιο πράσινο, η βροχή ξέπλυνε στο πέρασμά της κάθε τι, νεκρά φύλλα κείτονται στο χώμα, καρύδες και τα απλωμένα ρούχα, νοτισμένα κι αυτά, παλεύουν να στεγνώσουν.

Ταϊλάνδη

Καθώς καθαρίζει ο ουρανός, ετοιμαζόμαστε για την παραλία, που είναι συννεφιασμένη σήμερα. Το χρώμα της θάλασσας, πολύ κοντά σε αυτό του ουρανού, μου δημιουργεί μια ωραία αίσθηση. Φωτογραφίζω το γαλάζιο, τα ήρεμα νερά, ακούω το κύμα. Κάνουμε μια βόλτα στο χωριό, απολαμβάνουμε ένα soft Τhai massage με θέα τη θάλασσα και στην αναμονή τρώμε λαχταριστό mango και pink milk, ένα γάλα γλυκό, με γεύση φράουλα. 

Ταϊλάνδη

Στη διαδρομή προς τον ξενώνα, νεροβούβαλοι, καρύδες πεσμένες στο χώμα, φοίνικες ξεπηδούν δεξιά κι αριστερά και κάπου εκεί, βλέπουμε από μακριά τους Έλληνες φίλους μας από την Bangkok, τη μικρή Ηλιάνα με τη μαμά της και λίγο πιο πίσω, τον μπαμπά της με το ποδήλατο να κατεβαίνει βιαστικός το δρόμο. Πόσο μικρός είναι ο κόσμος…

Τελευταίο βράδυ, στην ξύλινη τραπεζαρία με μια κρύα μπύρα και τρεις Γάλλους να συζητάμε για ταξίδια στην Ασία. Το πρωί, ακολουθούμε την ίδια διαδρομή, μέχρι το λιμάνι του Trat κι έπειτα το αεροδρόμιο. Η μέρα είναι ηλιόλουστη. 

Ταϊλάνδη
Ταϊλάνδη

Στο μικρό χαριτωμένο αεροδρόμιο, περικυκλωμένο από πράσινο, μας προσφέρουν καφέ και γλυκίσματα –σαν να βρισκόμαστε σε lounge- ενώ χαζεύουμε τα αεροπλάνα να έρχονται και να φεύγουν. Αναχωρούμε με Bangkok Airways, ψηφισμένη τέσσερις συνεχόμενες χρονιές ως η καλύτερη αεροπορική εταιρεία της Ασίας, και όχι άδικα. 

Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο Chiang Mai. Τον τελευταίο προορισμό αυτού του ταξιδιού. 

Το κέντρο του Chiang Mai είναι περιτριγυρισμένο, σε σχήμα τετράγωνου, από νερό. Κάνουμε την περιμετρική βόλτα του κέντρου και καταλήγουμε στο night market της πόλης, χανόμαστε ανάμεσα σε πάγκους με ρούχα, αναμνηστικά, τσάντες, σουβενίρ με θέμα τον ελέφαντα σε όλες του τις εκδοχές και φαγητό, πολύ φαγητό! Ταιλανδέζικο φαγητό αλλά και δυτικό, φρούτα, noodles, σουβλάκια, λουκάνικα, γλυκά σε ένα πανδαιμόνιο γεύσεων και μυρωδιών, πάγκους που αχνίζουν και πλαστικές καρέκλες με τραπέζια με πλαστικά τραπεζομάντιλα που περιμένουν τους τουρίστες. Κόσμος που τρώει, πίνει, μιλάει, γελάει, οδηγοί με tuk tuk παραταγμένοι στο δρόμο κι ένα όμορφο πάρκο στην επιστροφή για το ξενοδοχείο, γύρω στις 23:00. 

Η πόλη αυτή είναι η μοναδική στην Ταϊλάνδη που φιλοξενεί πάνω από 300 ναούς διασκορπισμένους στην πόλη και στα περίχωρά της. Περιδιαβαίνουμε την παλιά πόλη κι επισκεπτόμαστε τους ναούς, τον Wat Chedi Luang που είναι ο πιο ψηλός της παλιάς πόλης, τον Wat Phra Singh, τον Wat Chiang Man και άλλους πολλούς, βάζοντας-βγάζοντας παπούτσια καθώς μπαινοβγαίνουμε στους ναούς, όλο χρυσό και ξύλο. Παγόδες διάσπαρτες στην πόλη, χρυσοί Βούδες, ψαλμωδίες μοναχών που ακούγονται μες στην ησυχία κι ένα ξενοδοχείο που συναντώ τυχαία, από τα πιο όμορφα που έχω δει («The Inside House»). 

Ταϊλάνδη

Ξαποσταίνουμε σε μια όμορφη αυλή ενός καφέ, στους 35 βαθμούς κελσίου, που μοιάζει σαν παράδεισος δροσιάς, τούτη την ώρα. Καθώς έρχεται το απόγευμα, κάνουμε μια βόλτα στο Buak Hard park, ψάχνοντας δροσιά. Ένα περιποιημένο πάρκο γεμάτο λουλούδια, χρώματα, φοίνικες, λιμνούλες με μεγάλα ψάρια, γέφυρες, κόσμο να κάνει tai chi, άλλοι να στήνουν αιώρες στη σκιά κι άλλοι να παίζουν takraw, ένα παραδοσιακό παιχνίδι της νοτιοανατολικής Ασίας στο οποίο οι παίκτες κλωτσάνε ασταμάτητα στον αέρα μια μπάλα από καλάμι ή μπαμπού με στόχο να μην πέσει κάτω. Το όνομά του, «takraw», σημαίνει «κλωτσάω τη μπάλα». 

Ο δρόμος μας βγάζει στο Sunday market της πόλης. Η κυριακάτικη αγορά είναι αχανής και έχει τα πάντα. Κόσμος πολύς πηγαίνει κι έρχεται, τουρίστες με τα χαρακτηριστικά άνετα σαλβάρια με τους ελέφαντες, αγοράζει, χαζεύει: παραδοσιακά φαγητά και γλυκά, αιθέρια έλαια, αναμνηστικά, ρούχα, αξεσουάρ και ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.   

Μουσικοί του δρόμου, ντόπιοι και μια σκηνή που έχει στηθεί για να φιλοξενήσει μικρές ταϊλανδές κυρίες, με τις παραδοσιακές στολές τους που λικνίζονται με χάρη, χορεύοντας παραδοσιακούς χορούς. Στο τέλος, περνούν με ένα donation box από όλες τις σειρές των καθισμάτων. Κοριτσάκια βαμμένα, ξυπόλυτα, με στολίδια στα μαλλιά και στα ρούχα, φανταχτερές φορεσιές, κόκκινες, γαλάζιες, κίτρινες, με ένα χαμόγελο εντυπωμένο στα κόκκινα χείλη τους.  

Ένα αγοράκι ανεβαίνει στη σκηνή και τραγουδάει, φοράει ένα t-shirt με τον Spiderman από πούλιες, ντόπιοι του δίνουν χρήματα καθώς τραγουδά, τα πιάνει με αμηχανία, με την αθωότητα ενός μικρού παιδιού που δεν ξέρει πως να τα κρατά και να κάνει και τη χορογραφία του παράλληλα.

Συνεχίζουμε τη βόλτα μας στην πόλη τη νύχτα, καταλήγοντας στο ξενοδοχείο, περνώντας μέσα από φωτισμένους χρυσούς ναούς, για ύπνο.

See Also

Ταϊλάνδη
Ταϊλάνδη

Η επόμενη μέρα, η τελευταία μας στη νοτιοανατολική Ασία, με βρίσκει με πόδια βαριά, παρόλο τον πολύωρο ύπνο. Σαν να καταλαβαίνει το σώμα μου ότι το ταξίδι αυτό φτάνει στο τέλος του, σαν να επιτρέπω πια στον εαυτό μου να νιώσει την κούραση. Κάνουμε την τελευταία μας βόλτα στην πόλη πριν πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. Μιας επιστροφής πολύωρης, με ανταπόκριση στο γνώριμο πια αεροδρόμιο της Σιγκαπούρης. 

Φεύγοντας από τη χώρα αυτή κρατώ τους φοίνικες στους επαρχιακούς δρόμους του Koh Kood, τους ήχους των εξωτικών πουλιών και των geckos, την τιρκουάζ θάλασσα, την αιώρηση της κούνιας στο νερό, τους μοναχούς να πλατσουρίζουν ξέγνοιαστοι. Το κατακόκκινο ηλιοβασίλεμα στην παραλία. 

Το χρυσό των πολυάριθμων ναών του Chiang Mai, τις πολύχρωμες κορδέλες κρεμασμένες από ψηλά να σαλεύουν από το ελαφρύ αεράκι.  

Ταϊλάνδη

Αφήνοντας την Ταϊλάνδη σκέφτομαι από πού ξεκινήσαμε, που είμαστε και πού πάμε. Εικόνες περνούν μπροστά στα μάτια του, δυνατές εικόνες ανθρώπων και τόπων, ήχοι και μυρωδιές χωρών τόσο διαφορετικών αλλά και τόσο ίδιων. Τόσες εικόνες, αισθήσεις και συναισθήματα που θέλουν το χρόνο τους να ζυμωθούν μέσα μου, να «κάτσουν», για να μπορώ να γράψω γι’ αυτές στο γυρισμό. Ταξιδεύοντας νοερά.

Για να θυμάμαι.

Την επόμενη μέρα, στην Αθήνα πια, ξυπνάω με πονεμένες γάμπες και πονοκέφαλο, ίσως από το jet lag. Καθώς κατεβαίνω από το σπίτι, η ακοή μου οξύνεται και ακούω τους ήχους της Άνοιξης, που μόλις ήρθε. Το κελάιδισμα των πουλιών. 

Κι ανάμεσα από πολυκατοικίες από μπετόν, ο γαλάζιος ουρανός. 

and dares to claim the sky.”

 

Maya Angelou 

[from the poem “Caged bird”]

Μέχρι τον επόμενο προορισμό.   

Ταϊλάνδη

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην αγαπημένη μου Κωνσταντίνα Τσούφη για τις όμορφες φωτογραφίες

 

 

Θάλεια  Σταράμου

 

 

What's Your Reaction?
Excited
2
Happy
1
In Love
1
Not Sure
0
Silly
0
View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

© 2019 Yoginimama Powered by e-iT

Scroll To Top