Ο διαλογισμός

Κούβα, η χώρα η ξεχασμένη, η γεμάτη ξεφτισμένα χρώματα που σε κάνουν να μαντεύεις και να φαντασιώνεσαι αίγλη παλιά, αφημένη στο χρόνο και τα ανεξίτηλα σημάδια του.

Αβάνα, ζέστη και υγρασία που τη νιώθεις στο δέρμα σου. Μια ξαφνική μπόρα, παιδικά ποδοβολητά που τρέχουν να γλυτώσουν από το μένος της βροχής γελώντας και φωνάζοντας και όλοι εμείς, τουρίστες και ντόπιοι να στοιβαζόμαστε σε υπόστεγα περιμένοντας τη βροχή να σταματήσει. Η σκέψη μου μπερδεμένη καθώς διασχίζω τους δρόμους πέρα από την παλιά Αβάνα: σπίτια ερείπια, επαύλεις που φαντάζουν εγκαταλελειμμένες αλλά δεν είναι, κόσμος γεμάτος χρώματα να πηγαίνει και να ‘ρχεται, μουσικές να ακούγονται στους δρόμους και το Καπιτώλιο να στέκει εκεί, από λευκό καθαρό μάρμαρο, σαν  να ήρθε από κάπου αλλού και προσγειώθηκε στους βρώμικους δρόμους της Αβάνας. Οι άνθρωποι πάντα πρόθυμοι να βοηθήσουν, πολλές φορές χωρίς καν να τους το ζητήσεις κι αναρωτιέμαι: θέλουν χρήματα ή θέλουν απλώς να

δείξουν τη φιλοξενία τους;

Τα παλιά αυτοκίνητα, κάποτε πολυτελή και τα ρωσικά Lada βρίσκονται παντού. Έτοιμα να σε μεταφέρουν όπου θες, με ελάχιστη ταρίφα τα 10cuc περίπου. Ή να σε πάνε βόλτα στο Malecon, την παραλιακή οδό της Αβάνας.

Μια βόλτα στο Vedado με αποζημιώνει, επαύλεις με κήπους και δέντρα τροπικά, ρούχα απλωμένα στα παράθυρα, κουνιστές καρέκλες σε κάθε βεράντα και χρώματα, πολλά χρώματα. Αυτό ήταν η Αβάνα στη σκέψη μου. Χρώματα κάποτε έντονα που όμως ξέφτισαν με τον καιρό και καμιά μπογιά δεν τα ανανέωσε. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος, κι ενώ οι άνθρωποι συνέχισαν τις ζωές τους, τα κτίρια, τα αυτοκίνητα, οτιδήποτε μη ανθρώπινο έμεινε εκεί, πολλές δεκαετίες πριν. Αν απομακρύνεις τους ανθρώπους θα μπορούσε να είναι μια εγκαταλελειμμένη πόλη στην απόλυτη σιγή της που μόνο οι κουνιστές πολυθρόνες ακούγονται καθώς μετακινούνται από τον τροπικό αέρα.

Το Malecon, η παραλιακή οδός της Αβάνας που βλέπει στον ωκεανό διασχίζει επιβλητικά ξενοδοχεία, το ιστορικό Hotel Nacional de Cuba, και κατευθύνεται προς την παλιά Αβάνα (La Habana Vieja) περνώντας μέσα από γειτονιές γεμάτες κόσμο, παιδιά, γέρους καθισμένους στα πεζούλια, νεαρούς που προσπαθούν να πιάσουν internet στις πλατείες, κόσμο που περιμένει στη στάση το λεωφορείο και αυτοσχέδια ταξί, παλιά αμάξια, ποδήλατα που περιμένουν τους τουρίστες. Το εστιατόριο La Guarida με τη φημισμένη στριφογυριστή σκάλα του στεγάζεται σε  ένα όμορφο κτίριο με μια εξίσου όμορφη ταράτσα από όπου βλέπεις από ψηλά τα γύρω κτίρια της Αβάνας. Στην Playa Revolucion ορθώνεται το ανάστημα του Τσε, του Φιντέλ αλλά και το άγαλμα του José Marti βρίσκεται εδώ.

Η διαδρομή προς το Trinidad από τον αυτοκινητόδρομο είναι γεμάτη λακκούβες, κάρα με άλογα, παλιά αυτοκίνητα και ανθρώπους που κάνουν ωτοστόπ κάτω από τις γέφυρες για να δροσίζονται στη σκιά και να γλυτώνουν από το ζεστό ήλιο.

Φτάνοντας στο Trinidad και κατευθυνόμενη προς το κέντρο του αντικρίζει κανείς χαμηλά πολύχρωμα σπίτια με σκεπές και μεγάλες πόρτες -σαν των στάβλων- με ψηλοτάβανες αίθουσες στο εσωτερικό τους που καταλήγουν σε εσωτερικούς ισπανικούς κήπους. Πλακόστρωτοι δρόμοι που οδηγούν στην πλατεία της πόλης. Μουσικές από μπάντες, άλογα και άμαξες να τριγυρνούν εδώ κι εκεί, ωραίοι άνθρωποι. Σάλσα στους δρόμους κι όσο ανεβαίνεις προς το κέντρο της πόλης αχνοφαίνεται χαμηλά η θάλασσα. Στην παραλία της Ancon τουρίστες λιάζονται, το νερό ζεστό, μαγαζάκια που σερβίρουν φρέσκο ψάρι κι αστακούς και

άφθονα cocktails. Mohito, Cuba Libre, μαγευτική Pina Colada.
Βόρεια του Τρινιντάντ βρίσκεται το Εl Cubano Natural Park. Τροπικό δάσος, ένα μονοπάτι που διασχί-ζει αιωρούμενες γέφυρες, ποταμάκια και καταλήγει σε έναν καταρράκτη 9 μέτρα ψηλό. Το El Nicho, ακόμη ένας καταρράκτης βρίσκεται λίγο πιο πέρα. Οι περιπατητές βγάζουν τα ρούχα τους για μια γρή-γορη βουτιά στον καταρράκτη πριν επιστρέψουν στην πόλη.

Δυτικά του Τρινιντάντ, μία ώρα μακριά συναντά κανείς το Cienfuegos, ένα τουριστικό θέρετρο με μια παραλιακή οδό που αξίζει να την περπατήσεις για να δεις το ηλιοβασίλεμα. Ή το φεγγάρι αν είσαι τυχε-ρός. Μεγάλα ξενοδοχεία, Αμερικανοί που δίνουν διαφορετική αίσθηση στο τοπίο, κι ένα αδιάφορο τουριστικό κέντρο με μικροπωλητές με σουβενίρ.
Όσο πλησιάζεις προς το Las Terrazas εξωτικά πουλιά ακούγονται, μια λίμνη και ένα θέρετρο που εμφα-νίζεται από το πουθενά. Για να μπει κανείς στην περιοχή χρειάζεται να περάσει από security που στέκε-ται σε ένα ξύλινο παράπηγμα και να πληρώσει διόδια ενώ μια μπάρα ανοίγει για να περάσει

Μακρύς ο δρόμος που οδηγεί από το Cienfuegos προς το Vinales, την περιοχή που συγκεντρώνονται οι καπνοφυτείες της Κούβας. Θέλοντας και μη ο δρόμος περνάει από τα περίχωρα της Αβάνας και πηγαίνει προς τα αριστερά της, ενώ τα δάση πυκνώνουν, οι φοίνικες με τους ψηλούς κορμούς τους ξεπετάγονται παντού και το πράσινο βαθύ και έντονο.

Το Las Terrazas είναι ένα ήσυχο μέρος, μέσα στο πράσινο ενώ οι διαδρομές με το αμάξι καταλήγουν σε ακόμη πιο πυκνή φύση, νερό που τρέχει, καταρράκτες, αιωρούμενες γέφυρες, και καλύβες μέσα στο δάσος.
Πηγαίνοντας προς το Vinales, περνάμε από τη Soroa και τα Banos de San Juan. Στο δρόμο μπροστά μου ένα φορτηγό που σταματά για να πάρει Κουβανούς που κάνουν ωτοστόπ, μικρές κυρίες με τις σχο-λικές στολές τους και φιόγκους στα μαλλιά και τους κότσους, ψηλές άσπρες κάλτσες και όλο χαμόγελα. Με ένα σάλτο πηδούν στην καρότσα του παλιού φορτηγού, κάθονται στην άκρη του ενώ οι κότσοι τους ξεπροβάλλουν και λικνίζονται στους ρυθμούς ξεπροβάλλουν και λικνίζονται στους ρυθμούς του κακοτράχαλου δρόμου.

Τα μονοπάτια στενεύουν και οι δρόμοι χωμάτινοι, κατευθύνομαι προς την ξύλινη καλύβα που θα γίνει το σπίτι μου για δύο μέρες. Λουλούδια, άλογα, κότες, κατσίκες, γαλοπούλες, όμορφοι άνθρωποι, αγρότες που

καλλιεργούν ό,τι μπαίνει στο πιάτο τους.
Άραγε οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι εδώ; Καθισμένη όλη η οικογένεια μέσα στην καλύβα τους, τα μάτια καθηλωμένα στην ισπανική σαπουνόπερα, τα ντεσιμπέλ στο κόκκινο, τρώνε και ζουν όλοι μαζί, γονείς, παιδιά, παππούδες, ανίψια, ζώα. Σαν να επιστρέφεις στη δεκαετία του ‘50. Μιλούν δυνατά, γελά-νε, οι άντρες φεύγουν χαράματα για τα χωράφια και οι γυναίκες ξεκινούν από νωρίς τις δουλειές του σπιτιού.

Ο κόκορας λαλεί κι εγώ κατευθύνομαι προς τα χωμάτινα μονοπάτια χωρίς να ξέρω το σκοπό. Άροτρα που τα σέρνουν βόδια, αγρότες με λαστιχένιες βρώμικες γαλότσες και ψάθινα καπέλα, καβαλάρηδες με άλογα που ακούγονται βαριά τα πέταλα τους καθώς καλπάζουν στο κόκκινο χώμα, παιδιά να τριγυρνούν στα χώματα, βρώμικα κι ευτυχισμένα, καλλιέργειες καπνού, ανανά, καφέ, αβοκάντο, μπανανιές, γιούκα και αχυρένιες καλύβες που χρησιμεύουν για την αποξήρανση των φύλλων καπνού. Τι ομορφιά που έχει η φύση, τι ησυχία, πόσο κοντά της έρχεσαι εδώ πέρα. Τα μάτια μου ρουφάνε εικόνες, ηλιόλουστες εικόνες αλλά και μπόρες, ομίχλη, καταχνιά και ένα ουράνιο τόξο που ξεπροβάλλει μισό καθώς το νερό της βροχής κυλάει και στάζει από τις φυλλωσιές.

 

Ο Κουβανός σπιτονοικοκύρης, ο José Luis, ένας όμορφος άνθρωπος, χαμογελαστός, που μιλάει μόνο ισπανικά αλλά συνεννοείται άψογα, μοιάζει ξέγνοιαστος, ευτυχισμένος. Άραγε να βοηθάει η γη και η δουλειά στο χώμα να καθαρίσει η ψυχή σου; Σίγουρα η σκέψη σου.

Καπνίζουμε μαζί ένα πούρο που φτιάχνει επιτόπου και λέει το μυστικό: μια σταγόνα μέλι στην άκρη του, στο κοίλο εκείνο σημείο πριν το εργοστασιακό χαρτί. Το γεύμα στο ξυλόσπιτο ονειρεμένο, ψάρι φρέσκο και λαχανικά από τον κήπο. Τι περισσότερο να ζητήσει κανείς για να συντροφεύσει αυτή τη μαγική εικόνα; Ένα mohito κι ένα πούρο στη βεράντα καθώς ο ήλιος δύει κι εγώ λικνίζομαι στην κουνιστή πολυθρόνα και προσπαθώ να κλειδώσω τη στιγμή και την εικόνα που βλέπουν τα μάτια μου, σαν φωτογραφία.

Μιάμιση ώρα από το Vinales βρίσκεται το Cayo Jutias, μια λωρίδα γης μέσα στη θάλασσα περιστοιχισμένη από

καταπράσινο δάσος. Η διαδρομή δύσκολη, γεμάτη λακκούβες και δυσάρεστες εκπλήξεις αλλά η θέα σε αποζημιώνει. Χρώμα λευκό και ροζ στην άμμο, διάφανα νερά που χάνονται στο χρώμα του ουρανού και ξεγελάνε τον ορίζοντα. Καραϊβική στα καλύτερα της.

Φεύγω από το Vinales ενώ το ταξίδι τελειώνει με επιστροφή στην Αβάνα και το αεροδρόμιο. Στη δια-δρομή χαμένη στις σκέψεις μου, μια χώρα ταλαιπωρημένη, με χαμογελαστούς ανθρώπους που όμως κρύβουν καλά την πίκρα τους. Σαν εμάς.

” Τα χρώματα φτιασιδώνουν το μαύρο και το ξεγελάνε     αλλά δεν χρειάζεται να κοιτάξεις πολύ προσεκτικά για   να δεις την   αλήθεια. Είναι έκδηλη στα μάτια των ανθρώπων. Στα   ξεφτισμένα χρώματα και τα παρατημένα παραπήγματα. Ανάμεικτα τα συναισθήματα. Ερχόμαστε από μακριά για να δούμε και να φωτογραφίσουμε τη φτώχεια τους μα παράλληλα για να καταναλώσουμε και να αφήσουμε τα χρήματα μας, λίγα για εμάς, πολύτιμα για εκείνους.Διαλέγω τη μουσική στους δρόμους, το πράσινο το τροπικό και τη λευκή ροζ άμμο.Τα πολύχρωμα σπίτια του Τρινιντάντ, τα ψάθινα χειροποίητα καπέλα και τον ήχο της φύσης αλλά και της βροχής. Μέχρι τον επόμενο προορισμό. . “

 

Θάλεια Σταράμου